(Source: poolofmud)
Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη.
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους.
Τί γυρεύει τὸ κορίτσι
στὸ σκοτάδι τῆς καρέκλας;
γρήγορα
καθὼς νυχτώνει τὸ φθινόπωρο
γδύνεται
μὲ σύννεφα μπροστὰ στὰ μάτια
μὲ τὴ βροχὴ μέσ᾿ στὸ κεφάλι
μὲ τὴ βελόνα στὴν καρδιὰ
βγάζει τὶς κάλτσες
βγάζει τὰ λουλούδια
πετάει τὸ φωτοστέφανο
ἔξω τὰ φύλλα τοῦ καιροῦ βάφονται μέσ᾿ στὸ αἷμα..
Μίλτος Σαχτούρης.
Απ’ όλα σχεδόν τα πράγματα πνέει αίσθηση
κι από κάθε αλλαγή μας γνέφει. Σκέψου!
Η μέρα, όταν προσπερνούσαμε σα ξένοι,
αποφασίζει να προσφερθεί σα μελλοντικό δώρο.
Ποιός υπολογίζει τη προσφορά μας;
Ποιός μας χωρίζει απ’ τα παλιά τα περασμένα χρόνια;
Τί μάθαμε μεις από τη πρώτη τη στιγμή,
αν όχι πως το κάθε τι βρίσκεται κι αλλού;
Αν όχι, πως κοντά μας το ψυχρό ζεσταίνεται;
Ω! σπίτι, ω βουνοπλαγιά, ω φως του δειλινού,
για μια στιγμή μας φέρνεις κατάφατσα μ’ αυτά.
Στέκεσαι δίπλα μας τυλίγοντας τις αγκαλιές μας.
Σ’ όλα τα πλάσματα απλώνεται το μόνο διάστημα:
το Ενδοσύμπαν. Απαλά μας προσπερνούνε τα πουλιά.
Ω! εγώ που θέλω να ριζώσω, κοιτώ έξω
και μέσα μου βλασταίνει σα δέντρο.
Ανησυχώ και μέσα μου στέκεται το σπίτι.
Προφυλάγομαι και μέσα μου υπάρχει η σκέπη.
Εγώ που ‘γινα ο αγαπημένος, -στη μορφή μου
ησυχάζει της ωραίας κτίσης το ομοίωμα, και κλαίει!
Σηκωθείτε και φοβίστε τον τρομερό Θεό, γκρεμίστε τον.
Χαρά πολέμου, από αιώνες τον έχει κακομάθει.
Τώρα εσάς να σπρώξει ο πόνος
εσάς να σπρώξει ένας νέος, πληγωμένος πόνος του πολέμου,
μπροστά στο θυμό του.
Κι αν σας αναγκάζει το αίμα, τρανωμένο απ’ τους πατέρες σας ψηλά
τρεχούμενο αίμα, τότε ας είναι το συναίσθημα δικό σας.
Μη κάνετε τα ίδια τα παλιά.
Εξετάστε, μήπως είστε ο πόνος.
Ο δρων πόνος.
Ο πόνος έχει κι αυτός τη δική του αγαλλίαση.
Ω! και μετά ξεδιπλώνει η σημαία πάνω σας,
στον αγέρα που ‘ρχεται από τον εχθρό!
Ποιά; Του πόνου.
Η σημαία του πόνου.
Το βαρύ που σας χτυπά πανί του πόνου.
Καθένας από σας σκούπισε το ιδρωμένο καφτό πρόσωπό του.
Όλων σας τα πρόσωπα είναι μαζεμένα κει, σε κομμάτια.
Κομμάτια του μέλλοντος ίσως.
Να μη κρατούσε συνεχώς μέσα του το μίσος,
αλλά μονάχα απορία.
Γιατί, ο προαποφασισμένος πόνος, ο υπέροχος θυμός
κι αυτοί οι τυφλοί γύρω σας, θολώσανε το νου σας.
Rilke Rainer Maria

when you love a woman…
—
reconstraction rises throught a disaster, to feel the light we first have to feel the dark, every vacuum fills with love, we need this love, but there's a long process to be able to let this love permeate our spirit, weve got the the life inside us weve also got the death, we have to find the way to coexist harmoniously this untamed sea that surrounds our soul, we need to free our soul, we need to free our spirit, i choose being free throught being creative, make your choice and remember that art never comes from hapiness.